λιγδιάζω


λιγδιάζω
[лигдьязо] р. замасливать, замусоливать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λιγδιάζω" в других словарях:

  • λιγδιάζω — λιγδιάζω, λίγδιασα, λιγδιασμένος βλ. πίν. 35 και πρβλ. λιγδώνω …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • λιγδιάζω — 1. ρυπαίνομαι με λιπώδεις κηλίδες, κηλιδώνομαι με λίγδες («λίγδιασε το φόρεμά σου») 2. λερώνω κάτι με λίγδες. [ΕΤΥΜΟΛ. < λίγδα] …   Dictionary of Greek

  • λιγδιάζω — λίγδιασα, λιγδιάστηκα, λιγδιασμένος, λερώνω με λίγδα, λιγδώνω: Τα χέρια μου λιγδιάστηκαν από το βούτυρο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γλιδιάζω — και λιγδιάζω 1. λερώνω, βρομίζω κάτι 2. λερώνομαι («γλίδιασαν τα ρούχα»). [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λιγδιάζω] …   Dictionary of Greek

  • αλίγδιαστος — η, ο [λιγδιάζω] αυτός που δεν λίγδιασε, δεν βρομίστηκε, αλίγδωτος, καθαρός …   Dictionary of Greek

  • γαριάζω — και γαρίζω (Μ γαρίζω) 1. λερώνω, λιγδιάζω («τό γάριασες το πουκάμισο») 2. (αμτβ., για ενδύματα κυρίως λευκά) παίρνω χρώμα κιτρινωπό από το κακό πλύσιμο, γανιάζω 3. μελανιάζω απ το κλάμα, γανιάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. γαριάζω < γάρος ή < γαριά και… …   Dictionary of Greek

  • λίγδιασμα — το [λιγδιάζω] λίγδωμα …   Dictionary of Greek

  • λιγδώνω — [λίγδα] (μτβ. και αμτβ.) ρυπαίνω ή ρυπαίνομαι με λίγδες, λερώνω, λιγδιάζω …   Dictionary of Greek

  • πινιάζω — Ν (για μαλλιά, τρίχες) λιγδιάζω, λερώνομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < πίνος «ακαθαρσία, λίγδα» + κατάλ. ιάζω (πρβλ. λιγδ ιάζω)] …   Dictionary of Greek

  • γαριάζω — γάριασα, γαριασμένος 1. κιτρινίζω από κακό πλύσιμο. 2. λιγδιάζω: Μόλις το φόρεσες το πουκάμισο και το γάριασες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)